Λεμονιά

Κάνε υπομονή κι ο ουρανός, θα γίνει πιο γαλανός, κάνε υπομονή, μια λεμονιά ανθίζει στη γειτονιά, τραγουδούν Μπιθικώτσης και Βουγιουκλάκη και το αυτί καρφώνεται.

Και για ακόμη μια φορά, το κεφάλι γυρνά, το μάτι ανοίγει, το σώμα ανασηκώνεται και η ράχη ανατριχιάζει αυτόματα, ακούσια, ανεξαίρετα. Όσο κι αν δεν το θες, όσο κι αν είναι ξαναειπωμένο, χιλιοακουσμένο, ξεχειλωμένο σε όλες αυτές τις δεκαετίες.

Μια λεμονιά ανθίζει στη γειτονιά.

Και εσύ φέρνεις στο νου την εικόνα, εικόνα ασπρόμαυρη. Εκεί, στη γειτονιά του Γρηγόρη και της Αλίκης, στα χωμάτινα δρομάκια και τα τίμια χαμόσπιτα με την κοινή αυλή.

Μια λεμονιά ανθίζει σε εκείνη τη γειτονιά.

Τη φέρνεις με το νου σου κι αυτή, μαζί και εσένα να κατεβάζεις ένα κλαράκι της να το μυρίσεις.

Και δεν μπορείς.

Γιατί δεν ξέρεις πώς μυρίζει. Γιατί η μνήμη της όσφρησης δεν μπορεί να αντιγράψει, παρά μόνο να ανακαλέσει εμπειρίες αληθινές. Κι αυτή η μυρωδιά, της λεμονιάς στο χωμάτινο δρομάκι, μπροστά απ’ τήν ασβεστωμένη μάντρα δεν υπάρχει στους δικούς σου υποδοχείς, γιατί δεν υπήρξες ούτε εσύ. Αλλά ούτε κι αργότερα, που υπήρξες, σταμάτησες να το μυρίσεις ποτέ, ψάχνοντας την ομορφιά τόσο απεγνωσμένα, τόσο διψασμένα όπως τότε.

Όπως και δεν γνώρισες ποτέ τι σημαίνει φτωχολογιά και τι σημαίνει να στερείσαι το άλλο πιάτο στο τραπέζι για κάποιον πεινασμένο.

Δεν έμεινες ποτέ στο σκοτάδι μιας κοινωνίας άδικης για να τυφλωθείς από τον ήλιο της δικαιοσύνης, δεν έκλαψες ποτέ τη Ρωμιοσύνη, την πραγματική, εκείνη του Ξεριζωμού, για να αναζητήσεις το πέταγμά της.

Δεν στριμώχτηκες στο τρένο για τα σύνορα, ντυμένος στα χακί με τα άλλα παιδιά της Ελλάδος, τραγουδώντας μέχρι να φτάσεις στο μέτωπο. Κι ούτε πολέμησες τον κατακτητή σαν το αγρίμι, χρόνια ολόκληρα στα βουνά, για ένα καλύτερο κόσμο για όλους κι όχι για τους λίγους. Δεν είδες τον μπόγια, τον ληστή και τον φονιά στην Κοκκινιά, για να αλληλοσπαραχθείς λίγο αργότερα με το αίμα σου το ίδιο.

Δεν τα έζησες όλα αυτά, αν και θα ορκιζόσουν πως νιώθεις σαν να ήσουν εκεί.

Και θα το πίστευες, αν η μύτη σου δεν σε πρόδιδε.

Γιατί δεν έχεις τη μυρωδιά του θανάτου, της πείνας, της φτώχειας, της απελπισίας καταγεγραμμένη, δεν μπορείς να την ανακαλέσεις.

Δεν ήσουν εκεί.

Και δεν πειράζει.

Γιατί ήταν άλλοι εκεί.

Για εσένα.

Για νά ‘σαι εσύ εδώ.

Για τους επόμενους.

Εδώ.

Στο δικό σου παρόν, με τις δικές σου μυρωδιές.

Πιο γλυκερές, πιο τεχνητές, πιο εύκολες.

Μα αληθινές.

Η μόνη αλήθεια που έχεις είναι αυτή.

Μιας Ελλάδας που έπαψε να πεινά, να υποφέρει, να αλληλοσπαράζεται. Που μορφώθηκε, διασκέδασε και αισθάνθηκε κομμάτι του σύγχρονου κόσμου. Που ένιωσε ασφαλής κι όλα γύρω της να γίνονται ευκολότερα. Η δουλειά, η οικογένεια, η γνώμη και το θάρρος της.

Ελλάδας που καλόμαθε και έγινε μαλθακή, τεμπέλα, συνηθίζοντας να κουβαλιέται πάνω στις ζωές των άλλων και σήμερα πρέπει να τρέξει πάλι για να προλάβει, γιατί έχει μείνει πίσω.

Σήκω και μύρισε αυτή την Ελλάδα.

Βγες στον δρόμο. Ίσως η λεμονιά να μην βρίσκεται πια εκεί, ίσως στη θέση του ασβεστωμένου τοίχου να σηκώθηκε ένα εμπορικό.

Μη σταματάς, προχώρα. Και πήγαινε πιο κάτω. Και πιο κάτω. Κάπου θα τη βρεις. Και θά ‘ναι η πιο ωραία απ’ όλες, γιατί θά ‘ναι η δική σου.

Κόψε ένα λουλουδάκι, μύρισε το άπληστα και ξεκίνα.

LEMONIA

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s