Όχι

Η, μονίμως και κατά τας…Γραφάς, αδικημένη Ελλάδα, διπλασίασε σχεδόν τα εδάφη της τα τελευταία 100 χρόνια. Αυτό είναι καταγεγραμμένο γεγονός και υπήρξε αποτέλεσμα καίριων στρατηγικών επιλογών και αρκετής τύχης, ενώ επισφραγίστηκε με τη στρατιωτική της ισχύ και υπεροχή έναντι των γειτόνων της. Δεν θα ήταν άστοχο να πει κανείς πως τον τελευταίο αιώνα υπήρξαμε ένα, ως επί το πλείστον, μιλιταριστικό κράτος, επιλογή μάλλον αναγκαία ώστε να μας αγοράσει τον κρίσιμο χρόνο που απαιτούνταν για να μετατραπούμε από μια παρεξήγηση στο Ναυαρίνο σε κανονικό εθνικό-κράτος, αποστερώντας μας ταυτόχρονα αρκετά σε αναφορά με τη δημοκρατική μας κουλτούρα, την παραγωγικότητα, την ανάπτυξη και την εξωστρέφειά μας για πολύ καιρό.

Η Λωζάννη, η Γιάλτα υπήρξαν ενδιάμεσοι σταθμοί, με τερματικό αυτόν της ένταξής μας στην ΕΕ να σηματοδοτεί μεταξύ άλλων και την ολοκλήρωση αυτής της σκληρής επιλογής και διαδρομής, ανοίγοντάς μας επιτέλους το πολυπόθητο παράθυρο ευκαιρίας, ώστε να στρέψουμε την προσοχή μας στους τομείς που αμελήσαμε, για να συμβαδίσουμε πια στο πλευρό των υπολοίπων σύγχρονων κοινωνιών.

40 χρόνια μετά, με το παράθυρο να έχει σχεδόν κλείσει, μπορούμε να πούμε με ασφάλεια πως δεν τα καταφέραμε και τόσο καλά στην ειρήνη όσο πρωτύτερα στον πόλεμο.

Μόνη εξαίρεση η εντυπωσιακή άνοδος του βιοτικού μας επιπέδου, γεγονός που οι συμπολίτες μας άνω των 50 μπορούν με ευκολία να επιβεβαιώσουν, παρά και την απότομη διολίσθησή του τα τελευταία χρόνια. Ενός βιοτικού επιπέδου που χτίστηκε τόσο απότομα, όσο και ανορθολογικά, κατευθύνοντας, μπαζώνοντας καλύτερα μαζικά, ευνοϊκά δάνεια και επιδοτήσεις που προορίζονταν για υποδομές και αναπτυξιακά προγράμματα στα πλαίσια της σύγκλισής μας με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, στην καταναλωτική ενδυνάμωση του πολίτη και την άνευ όρων ευδαιμονία του.

Κοντολογίς, η χώρα μας, αντί να εκμεταλλευτεί τα ήρεμα νερά της παγκόσμιας ιστορίας των τελευταίων δεκαετιών, χτίζοντας στα εδάφη που κέρδισε με τόσο κόπο δομές και συμπεριφορές που θα την οδηγούσαν στην εγκαθίδρυσή ενός σύγχρονου, δυναμικού κράτους, αποφάσισε να υποθηκεύσει το μέλλον της για να φάει λίγο ψωμί παραπάνω, ίσως καλύτερα για να δοκιμάσει πώς είναι αυτό  το παντεσπάνι επιτέλους.

Και κάπως έτσι, ένα κράτος που δανειζόταν μέχρι πρότινος για να επιβιώνει αμυνόμενο, επιτιθέμενο και επανεξοπλιζόμενο, έμαθε να δανείζεται απλά για να περνάει καλά.

Ώσπου μια μέρα η μηχανή με τα λεφτά κόλλησε, η φούσκα έσκασε και αναγκάζεται να δώσει εξετάσεις από την αρχή.

Μια Ελλάδα που -ευτυχώς- έπαψε σήμερα να θυμίζει μιλιταριστικό κράτος- δεν κατάφερε όμως να έχει κάνει όλα αυτά που έπρεπε για να πάει παρακάτω.

Και είναι πραγματικά κρίμα για όλους εμάς, ακόμη περισσότερο για τους προγόνους μας, έλα όμως που η Ιστορία δεν καταλαβαίνει και πολύ από συναισθήματα, ειλικρινείς προσπάθειες, συγγνώμες, νέες ευκαιρίες και λοιπά ευγενή.

Σήμερα λοιπόν, το 2016, η χώρα μας βρίσκεται στη θλιβερή θέση να παραδεχθεί πως έχει αποτύχει.

Παρακμάζει οικονομικά, αδυνατώντας να παράξει αυτά που χρειάζεται για να θρέψει τα παιδιά της, έχοντας ταυτόχρονα εκχωρήσει μέρος της εθνικής της κυριαρχίας στους πρόθυμους δανειστές της. Έχει επίσης αποτύχει σαν Κράτος στο μεταδικτατορικό μοντέλο που υιοθέτησε, αυτό του καταλαγιασμού των παθών, με πολίτες επιδοτούμενα αφασικούς και κατευθυνόμενα αβαθείς σε γνώση, εκπαίδευση και εθνική συνείδηση.

Μιας Ελλάδας που προτίμησε βγαίνοντας από τον γύψο να βυθιστεί στη λήθη, από το να σύρει τα κόκκαλά της προς τα μπροστά, αφήνοντας τα φαντάσματά πίσω της για τα καλά.

Χτίζοντας μια τεμπέλικη, επιφανειακή Δημοκρατία μιας πλαδαρής κοινωνίας που, εκτός από το πώς να υπερασπίζεται τα κεκτημένα της, ξέχασε να παράγει, να προσπαθεί, να ονειρεύεται, να κυνηγά το καλύτερο και να αγαπά τη ζωή, ανταλλάσσοντάς τα για την αφασία της ευδαιμονίας.

Θυμίζοντας μια τεμπέλα, νωθρή βλαχομικροαστή θυγατέρα στρατιωτικού που έμαθε στα μετάξια για κάμποσα χρόνια και σήμερα σοκάρεται με αυτό που της συμβαίνει. Που ζητά εξηγήσεις απ’ τον διαχειριστή και αισθάνεται ανασφάλεια δίπλα στον γείτονα, οργίζεται για τους κακούς τους τρόπους και τις κακόβουλες ορέξεις τους και βγαίνει στο μπαλκόνι φωνάζοντας έναντι δικαίων και αδίκων. Φορώντας μια ρόμπα εισαγωγής, άλλοτε κομψή πάνω στην κάποτε λυγερόκορμη- ίσως και καχεκτική- σιλουέτα της, που σήμερα καλύπτει ένα ατσούμπαλο, μαλθακό σαρκίο, άβολο κέλυφος ενός εξίσου απρόθυμου πνεύματος.

Αυτό είμαστε σήμερα.

Απόλυτα αυτό.

Υπάρχει άραγε επιστροφή;

Από πού να το πιάσεις και πού να το αφήσεις θα πει κανείς και σίγουρα είναι μια δύσκολη στιγμή για να έχει κανείς την απαιτούμενη ψυχραιμία για τις περαιτέρω κινήσεις. Πρέπει όμως να τη βρει και μαζί της και τον τρόπο ώστε αυτή η ημίτρελλη κυρία στο μπαλκόνι να μπει μέσα, να κλείσει την πόρτα και να κάτσει στο τραπέζι, παίρνοντας μολύβι και χαρτί.

Βάζοντας κάτω ένα-ένα αυτά που δεν μπορεί πια να συνεχίσει να αποφεύγει, απαντώντας σε ερωτήσεις που δεν μπορούν να μένουν μετέωρες άλλο.

Τι είμαι: Είμαι ένα σύγχρονο, δημοκρατικό κράτος δυτικού τύπου ή κάτι άλλο; Σκοπεύω να παραμείνω στην ΕΕ ή πιστεύω πως ήρθε η ώρα να ψάξω την τύχη μου για αλλού:

Μπορώ να παράγω κάτι άλλο, εκτός από την υπερτιμημένη, χαμηλού κόστους και κέρδους τουριστική βιομηχανία και ποιο είναι το πλάνο μου για τα επόμενα 20 χρόνια; Και μέσα σε ποιο ασφαλιστικό-νομοθετικό, φορολογικό πλαίσιο διασφαλίζεται αυτό το πλάνο; Τι Παιδεία θέλω να προσφέρω στους πολίτες μου; Τι γνώση θέλω να δημιουργήσω στα Πανεπιστήμιά μου: Πώς θα βαθύνω τη δημοκρατική μας κουλτούρα; Και σε όλα αυτά, έχω την απαραίτητη συναίνεση εκατέρωθεν για να τα προχωρήσω με την κάθε κυβέρνηση που θα μου προκύψει;

Θέλω να διευκολύνω τη ζωή του πολίτη στις δοσοληψίες του με το Κράτος; Έχω ικανό δημόσιο προσωπικό στις κατάλληλες θέσεις για να το κάνει αυτό; Έχω μηχανοργανώσει το Κράτος και τις υπηρεσίες του, για να καθίστανται προσβάσιμες και διαφανείς στο σύνολο των πολιτών μου;

Απονέμω δικαιοσύνη έγκαιρα, προστατεύοντας το τεκμήριο της αθωότητας; Πιστεύω στο Σύνταγμα και ακόμη σημαντικότερο, έχουν προσκυνήσει όλα τα κόμματά μου σε αυτό; H Βουλή δίνει την εικόνα που θέλω κι αν όχι, θέλω να το αλλάξω;

Πιστεύω στην ελευθερία του πολίτη και πώς το εξασφαλίζω αυτό;΄Έχει δικαίωμα να πει κανείς ό,τι θέλει, να διαδηλώσει για αυτά που νομίζει; Υπάρχουν ελεύθερα Μέσα;

Πιστεύουν οι πολίτες μου στην ευθύνη αντί για την ασυδοσία; Κι αν ναι, πού βάζει η κοινωνία τα όριά και πόσο διατεθειμένη είναι να τα υπερασπιστεί;

Θέλω πάνω από ένα παιδί ανά οικογένεια και πώς θα το καταφέρω αυτό; Μπορώ να υποστηρίξω μια οικογένεια που και οι δυο γονείς δουλεύουν μέχρι τις 6 και έχουν ένα παιδί στο νήπιο και ένα στο δημοτικό;

Πόσους πρόσφυγες μπορώ να δεχθώ και πόσους οικονομικούς μετανάστες; Τι συνθήκες τους παρέχω; Πώς μπορώ να ελέγξω την ροή τους, πως μπορώ να εγγυηθώ το νόμιμο δικαίωμά τους για αίτηση ασύλου;

Πώς μπορώ να ελέγξω τα σύνορά μου; Πιστεύω στην ανάγκη της, αποτρεπτικής πια, ισχύος του στρατού μου; Έχει την εκπαίδευση, την τεχνογνωσία, την ηγεσία να εγγυηθεί την ακεραιότητα των συνόρων μου;

Είναι πολλά και δύσκολα όλα αυτά.

Μα πρέπει να γίνουν. Όλα ξανά. Όλα από την αρχή.

Έφτασα στην πηγή και ξέχασα να πιω νερό και τώρα πρέπει να ξανακάνω άλλο τόσο δρόμο μέχρι την επόμενη.

Πρέπει να βιαστώ, έχω από πίσω μου τον Σουλτάνο να σηκώνει σημαίες και τους μισθοφόρους του να ετοιμάζονται κι εκεί κι αλλού.

Όπως και τότε.

Για να πάρουν κομμάτια μου και να με βάλουν από κάτω τους, όπως είχαν μάθει παλιά.

Μέχρι εδώ.

Όχι.

A Greek national flag flutters atop Athens University

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s