Στην προκυμαία

Από τότε που έμαθα τι σημαίνει χαρτί, ανάγνωση, γραφή, ο κόσμος άνοιξε μπροστά μου με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο.

Για την ακρίβεια βρέθηκα στο στοιχείο μου, μπορεί να πει κανείς, αυτό, όπως και το σινεμά.

Με το γράψιμο να με παίρνει από τα χέρι και να μου μαθαίνει πώς να απλώνω μπροστά μου όλα αυτά που νιώθω, ενώ το σινεμά πώς να ανοίγομαι χωρίς να ντρέπομαι, στην ασφάλεια της σκοτεινής αίθουσας, διαβάζοντας συναισθήματα, ανθρώπους, μεγάλες ιστορίες. 

Με το ένα σκοινάκι να με τραβά προς τα έξω, εκεί, στην ανοιχτωσιά του κόσμου και το άλλο προς τα μέσα, στα εξ ων συνετέθη ο ίδιος.

Σε ό,τι αφορά σε αυτό το μέσα σκοινάκι λοιπόν, δεν μπορώ να θυμηθώ πρωί που να ξύπνησα, βράδυ που να ετοιμαζόμουν να κοιμηθώ, ηλιοβασίλεμα που μου χάιδεψε το πρόσωπο, κύμα στην ακροθαλασσιά που αφουγκράστηκα, που δεν έπιανα τον εαυτό μου να νιώθει, αποτυπώνοντας την ίδια στιγμή σε γραμμές νοερές στο τετράδιο της σκέψης μου.

Γραμμές που επέλεγα να αγνοήσω, σπεύδοντας να ασχοληθώ πρόχειρα, μηχανικά με κάτι άλλο, ώστε να προσπεράσω αμήχανα τη στιγμή τις συντριπτικά περισσότερες φορές.

Και τα όνειρα να παραμένουν μεγάλα, τα ερωτήματα ακόμη περισσότερα, οι απογοητεύσεις, οι θρίαμβοι, οι χαρές, οι λύπες, όλα μαζί να συνωστίζονται όλο και περισσότερο στην προκυμαία της σκέψης, της ψυχής, εκεί μπροστά, στον μετωπιαίο λοβό.

Περιμένοντας άλλοτε υπομονετικά, άλλοτε ανυπόμονα, αυτό το επόμενο καράβι που θα σάλπαρε για εκεί έξω, στη μεγάλη θάλασσα του έξω κόσμου, εκεί που η σκέψη γίνεται γραφή και κουβαλάει τη φωνή της ψυχής σου σε όποιον σταθεί να την παρατηρήσει, παίζοντας με τα βότσαλα στη δική του ακροθαλασσιά.

Πολλοί οι ταξιδευτές, γεμάτοι όνειρα με μια βαλιτσούλα στο χέρι ο καθένας, έτοιμοι για το ταξίδι τους, έτοιμοι να πουν την ιστορία τους, μα τα καράβια όλο και λιγότερα και τα δρομολόγια πια απρογραμμάτιστα.

Τα χρόνια περνούσαν και η προκυμαία γέμισε τόσο, που άρχισαν να υποδέχονται ταξιδευτές και οι άλλες προκυμαίες, οι υπόλοιποι λοβοί, με την ανάγκη αυτή να δένεται και με ό,τι άλλο ορίζει έναν άνθρωπο, όχι μόνο τη λογική σκέψη, αλλά και τον τρόπο που αισθάνεται κανείς τον κόσμο, τα ένστικτα, τις ορμές και παρορμήσεις, αυτά που θυμάται κι αυτά που επιλέγει να ξεχνά.

Ταξιδευτές παντού, έτοιμος ο καθένας να πει την ιστορία του, μικρή, μεγάλη, σπουδαία ή απλά όμορφη, μα σίγουρα αναγκαία, κρατώντας σφιχτά τα βαλιτσάκια τους και περιμένοντας…άλλοτε υπομονετικά, άλλοτε ανυπόμονα.

Μέχρι τη μέρα που η ανάγκη το μέσα να γίνει έξω, η ψυχή να χαράξει το δρόμο της στο χαρτί να γίνει από τρόπος έκφρασης, ένστικτο επιβίωσης. Τη μέρα που – επιτέλους – η ζωή θα με στρίμωχνε για τα καλά.

Κι η μετωπιαία προκυμαία θα άνοιγε πια για όλους αυτούς τους ταξιδευτές. Κι όσους ακολουθήσουν.

Σήμερα.

Σχολιάστε