Φάρος

Εκεί λοιπόν, στη γειτονιά, στα τρία στενά από το σπίτι, είχε ένα μπακαλικάκι.

Λίγα πράγματα, τα απολύτως χρειώδη που λένε κι οι παλιοί, για να συμπληρώσεις αν σου λείπει κάτι στην ημέρα σου.

Την πρώτη φορά ήμουν βιαστικός, καθώς πεινούσα ήδη και βιαζόμουν να γυρίσω σπίτι, οπότε ίσα-ίσα που είπα ένα γεια, ένα πόσο κοστίζει κι ένα ευχαριστώ. 

Ίσως και τη δεύτερη φορά, λίγες μέρες μετά, παρατηρώντας λίγο παραπάνω τον μαγαζάτορα, έναν άνθρωπο γύρω στα σαράντα, γεροδεμένο, με σπαστά, μαύρα μαλλιά και έντονα καστανόμαυρα μάτια, με ένα βλέμμα καθαρό, δυνατό και συνάμα καλοσυνάτο.

Την επόμενη φορά, πήρε την πρωτοβουλία εκείνος και με ρώτησε από πού είμαι. Μόλις του είπα, φωτίστηκε ολόκληρος, το λέω και συγκινούμαι ακόμη.

«Από πού είστε», τον ρωτάω με τη σειρά μου. «Περσία, φίλε μου, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο χαίρομαι που είσαι από την Ελλάδα, σας αγαπάμε πολύ, να ξέρεις».

Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη στιγμή.

Δυο άνθρωποι, σε τόπο ξένο, μέσω μιας γλώσσας ξένης, αποκούμπι αυτοστιγμεί ο ένας του άλλου, σαν φίλοι από παλιά. 

Δυο λαοί, δυο ιστορίες τεράστιες, με θριάμβους και καταστροφές εξίσου μεγαλειώδεις να συναντιούνται σ´ένα μπακάλικο στα προάστια του Λονδίνου.

Με τον άνθρωπο αυτόν, για μερικά χρόνια, ανταλλάσσαμε δυο-τρεις κουβέντες, λίγες φορές την εβδομάδα.

Κι όμως, χωρίς να πούμε πολλά, τα είχαμε πει όλα.

Απλές, έξυπνες, εύστοχες ατάκες, από καρδιάς όλες. Κάθε φορά ανυπομονούσα για αυτό το δίλεπτο, ίσως κι ο φίλος μου το ίδιο.

Κι αν μου ζητούσε κάποιος να τον σκιαγραφήσω, να τον ζυγίσω, το πρώτο που θα ξεχώριζα είναι η αρχοντιά του. Κι ύστερα η εξυπνάδα και η ζεστασιά του.

Κάτι που δεν σταμάτησα να διακρίνω στις λίγες, αλλά χαρακτηριστικές περιπτώσεις που ερχόμουν σε επαφή με αυτούς τους ανθρώπους.

Στερεότυπο, θα πει κανείς, αφήνοντάς με παγερά αδιάφορο, βλέποντας τόνους ιστορίας, ο ένας πάνω στον άλλο να ισοπεδώνουν το όποιο όψιμο correctness.

Οι άρχοντες λοιπόν αυτοί σήμερα χτυπούν την πόρτα της Ιστορίας, για να ξαναδιεκδικήσουν τη θέση τους, εκεί που τους αξίζει.

Κι είναι μόνοι τους.

Μακριά από κάθε ουσιαστική βοήθεια.

Κάτω από ένα τόσο απόλυτο καθεστώς, που η ισοπέδωση του Ανθρώπου είναι τόσο ενσωματωμένη στη δομή του, που υπερβαίνει τις συνήθεις απλουστεύσεις περί Κακού.

Όπου το να βγαίνει κανείς στον δρόμο, ισοδυναμεί με απόπειρα αυτοκτονίας.

Κι αυτό δεν μπορεί παρά να σε συγκλονίσει.

Όσο σε συγκλονίζει κι η ελπίδα πως αυτός ο αρχαίος λαός ίσως κρατά μέσα του, κρυμμένη κάτω από δεκαετίες καταπίεσης από σάχηδες και μουλάδες, την κιβωτό σοφίας, ενσυναίσθησης και προόδου του Παλιού Κόσμου, ενός φάρου που αν ξανανάψει θα σηματοδοτήσει τον δρόμο μακριά από διχαστικές ιδεολογίες και θρησκείες της εποχής μας.

Αν αυτή η Περσία σηκωθεί, ο κόσμος θα αρχίσει να ξαναβρίσκει τα λογικά του.

Κι εμείς, έναν φίλο απ´τα παλιά, που με μια ματιά και δυο κουβέντες, θα τα έχουμε πει όλα.

Σχολιάστε